|
ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ |
|
|
|
Δευτέρα, 04 Ιανουάριος 2010 11:16 |
|
Για ακόμα μία φορά είμαστε υποχρεωμένοι να παρακολουθήσουμε ένα έργο που παίζεται πάντα σε δύο παράλληλες ιστορίες και που, πάντα, αλλάζουν μόνο τα ονόματα των ηθοποιών.
Η μία είναι αυτή όπου ένας εργάτης, ο Γιώργος Χασουράκης, χάνει τη ζωή του στο πυρηνελαιουργείο του Παύλου Ανδρουλάκη ύστερα από μεγάλη έκρηξη, η οποία προκαλεί σε αυτόν εγκαύματα Γ βαθμού στο 90% του σώματός του και σε έναν Αλβανό συνάδελφό του μικρότερης έκτασης τραυματισμούς.Ο Χασουράκης ύστερα από δύο μέρες στη μονάδα εντατικής θεραπείας δεν τα καταφέρνει και χάνει τη μάχη με τη ζωή.
Η δεύτερη -και πιο τραγική- ιστορία, όμως, είναι αυτή όπου το κράτος, μέσω των επίσημων οργάνων του, διενεργεί εκτεταμένες έρευνες προκειμένου να βρεθούν τα άιτια του ατυχήματος και τα μέτρα ασφαλείας που λάμβανε η επιχείρηση.
Σε αυτήν την ιστορία τέλος δεν υπάρχει ποτέ. Οι δαιμόνιοι ερευνητές της υπόθεσης δεν θα καταφέρουν να βρουν κάποιο στοιχείο και οι εργοστασιάρχες θα συνεχίσουν να λειτουργούν το εργοστάσιο με τους εναπομείναντες εργάτες. Οι αντιδράσεις από το κοινό μικρές. Έτσι, το έργο συνεχίζεται να παίζεται και να παίζεται και να παίζεται... Και γι’ αυτό υπεύθυνος είμαι εγώ, εσύ, αυτός. Όλοι όσοι το παρακολουθούμε και στο τέλος χειροκροτάμε ή καθόμαστε σαστισμένοι με την παράσταση.
Αντί να βάλουμε φωτιά στη σκηνή, στο θέατρο και στους διοργανωτές της παράστασης.
|
|
ΠΟΡΕΙΑ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΑΒΒΑΤΟ 9/1 |
|
|
|
Τρίτη, 05 Ιανουάριος 2010 11:10 |
|
Κάντε κλικ για μεγέθυνση


|
|
|
Ούτε μια ωρά στον στρατό! |
|
|
|
Δευτέρα, 24 Μάιος 2010 14:04 |
7....
Ας το πούμε απλά. Δε γουστάρουμε να πάμε φαντάροι. Δε θέλουμε το στρατό ούτε για εμάς, ούτε για κανέναν. Μας απωθεί ένας μηχανισμός εξουσίας, ιεραρχίας, απόλυτης πειθαρχίας, παραλογισμού, ισοπέδωσης της προσωπικότητας, της διαφορετικότητας, της ιδιαιτερότητας. Ένας μηχανισμός που υπάρχει για να ασκεί βία προς τρίτους, αλλά και στους ίδιους τους “μετέχοντες” σε αυτόν.
Γνωρίζουμε τι ρόλο έχουν παίξει οι στρατοί ως σφαγείς της ιστορίας, κατακτητές, δυνάμεις κατοχής ή εσχάτως “ειρηνευτικές δυνάμεις” και “ανθρωπιστικές αποστολές”. Ξέρουμε και τα παράσημα του “δικού μας” εθνικού στρατού. Το ρόλο του στις δικτατορίες τόσο τις προπολεμικές όσο και κυρίως της επταετίας. Τις διεθνείς του αποστολές στην Ουκρανία, στην Κορέα, στη Βοσνία, το Κόσοβο, το Αφγανιστάν.
Αν υπάρχει κάποιο νόημα στη λέξη πατρίδα σίγουρα για εμάς δεν είναι το μίσος για το γείτονα Τούρκο, Μακεδόνισσα, Αλβανό κτλ. εργαζόμενο, μαθήτρια, φοιτητή που αναγκάζεται να καταπίνει τις αντίστοιχες αηδίες περί εθνικού συμφέροντος που μας ταΐζει και η εγχώρια άρχουσα τάξη και η στρατοκρατική κάστα (ευτυχώς αδύναμη και σε απαξίωση όσο ποτέ σε αυτή τη χώρα). Μας είναι ξεκάθαρο πως το μέτωπο σύγκρουσης που διαλέγουμε είναι ενάντια στο αφεντικό μας, στο λαμόγιο πολιτικό που μας κυβερνά, τους κεφαλαιοκράτες του τόπου που μας κοροϊδεύουν στα μούτρα, έναντια στον κάθε τύπου φασίστα της διπλανής πόρτας και όχι εναντίον των απέναντι (που η αμαρτία τους είναι απλά ότι γεννήθηκαν απέναντι).
Μας εξοργίζουν οι στρατιωτικές δαπάνες. Έχουμε δέκα χρόνια που τελειώσαμε το σχολείο, πολύ λίγα που βγάλαμε την όποια κάποια σχολή μας, μόλις (άλλα ήδη) 2-3 τουλάχιστον που μπήκαμε στην εργασία. Δεν προλάβαμε να ξεχάσουμε τις ελλείψεις στα προηγούμενα χρόνια σε δασκάλους, σε υποδομή, σε βιβλία και γενικά σε δυνατότητες. Κι έχουμε ήδη νιώσει στο πετσί μας την τρομοκρατία του βασικού μισθού, την αγωνία αν θα μας κολλήσουν ένσημα ή όχι, αφού (λέμε τώρα) μετά από πολύ κόπο γλιτώσαμε από την αγωνία αν θα έχουμε δουλειά. Την ίδια στιγμή τα αεροπλάνα του στρατού ψηλότερα και περισσότερα πετούν, οι φρεγάτες μακρύτερα πλέουν. Κανένας μπαμπούλας για εχθρούς του έθνους δεν μας πείθει για την ανάγκη αυτών των εξοπλισμών, και σίγουρα το δόγμα “για να έχεις ειρήνη, ετοιμάσου για πόλεμο” είναι από τα πιο άρρωστα που σκέφτηκε ποτέ ανθρώπου νους.
Μας κάθεται στο σβέρκο κι ο κοινωνικός ρόλος του στρατού. Ένα ακόμα κεφάλαιο στη γραμμικότητα της ζωής μας. Ένας χρόνος έξω από τον κόσμο, μακριά από όσα αγαπούμε, από όσα κάνουμε, από τους αγώνες μας. Κι αυτό γιατί «οι εμπειρίες από το στρατό είναι αξεπέραστες», «το κλίμα φανταστικό» (σχεδόν θλίψη προκαλούν αυτές οι ατάκες) και κυρίως γιατί θα γίνουμε (επιτέλους) άντρες. Ε, όχι, αν η αντροσύνη είναι αυτό που είστε, κρατήστε την για τον εαυτό σας, ας παραμείνουμε παιδιά, ας μπορούμε να αγγίξουμε και τη θηλυκή (ή όποια άλλη) πλευρά μας.
Τι νόημα έχει αν δε βγεις να το φωνάξεις;
Αισθανόμαστε αλληλέγγυοι με καθέναν που αρνείται την ένταξη στο στρατιωτικό μηχανισμό, που αμφισβητεί δια της απουσίας του ή της πάσης φύσεως διαφορετικής – εναλλακτικής στάσης του την υποχρεωτική στράτευση. Με αυτούς που βγάζουν τη γλώσσα και πηδούν από τη βάρκα ή διαλέγουν άλλο καράβι. Απλά δεν είναι αυτό που μας ταιριάζει, αυτό που (μετά από πολλή σκέψη και κουβέντα) διαλέγουμε. Θαρρούμε πως είναι πια ώριμος ο καιρός να βγούμε και να αρνηθούμε τη στράτευση πολιτικά, δημόσια και ωραία. Πως χρειάζεται να σπάσει η σιωπή γύρω από το θέμα, να δημιουργηθεί ένα ρήγμα στο πλέγμα της βεβαιότητας πως “έτσι έχουν τα πράγματα” και της αφωνίας των σκέψεων ότι δεν είναι μόνο έτσι. Να μιλήσουμε ξεκάθαρα για κατάργηση της υποχρεωτικής στράτευσης (σκεπτόμενοι διαρκώς την κατάργηση του στρατού ως τέτοιου), αρνούμενοι μαζί με αυτήν κάθε δικαίωμα του στρατού και του κράτους να μας την επιβάλλουν. Να κάνουμε σαφές και αδιαπραγμάτευτο το δικαίωμά μας στην συνειδητή και “στρατευμένη” προσφορά του χρόνου, της διάθεσης, της γνώσης και της κάθε ικανότητάς μας στις κοινωνικές δράσεις και τα κοινωνικά πεδία που ιεραρχούμε υψηλότερα και στα οποίες γνωρίζουμε καλύτερα από κάθε υδροκέφαλο μηχανισμό πως μπορούμε να προσφέρουμε περισσότερο.
Χαιρόμαστε και γεμίζουμε δύναμη από τη συνάντησή μας και την αβίαστη απόφαση της συμπόρευσής μας. Βρεθήκαμε και ενώνουμε διαθέσεις και δυνάμεις για να κινηθούμε όχι, όπως θα μας προτιμούσαν, κατά μονάδες χαμένες στην επικαιρότητα και το χάος των γεγονότων, αλλά ως συλλογικότητες, μικρές ή μεγαλύτερες με αλληλεγγύη και αμοιβαία εμπιστοσύνη με λόγο επιθετικό και ξεκάθαρο.
Στις σειρές του Μαΐου και του Αυγούστου του 2010, κάποιοι ούτε θα παρουσιαστούμε, ούτε θα κρυφτούμε. Θα φορέσουμε καλοκαιρινά κι όχι παραλλαγή, θα κάνουμε κάμπινγκ κι όχι στρατόπεδο. Γνωρίζοντας τις ενδεχόμενες συνέπειες και αναλαμβάνοντας πλήρως τις ευθύνες της επιλογής μας, θα αρνηθούμε το στρατιωτικό μας πεπρωμένο, διατηρώντας ακέραιη την πολιτική και κοινωνική μας υπόσταση.
Μάιος 2010
Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Γιάννενα-Κόρινθος,
Παναγιώτης Σιαβελής Άγγελος Νικολόπουλος Μόρις Ζαφειριάδης Δημήτρης Σωτηρίου Μενέλαος Εξίογλου Ευάγγελος Ζώης Σταύρος Κεφάλας
+ 1 ολικές αρνήσεις στράτευσης....
Στις 30-3-10, έλαβα το χαρτί που με καλεί να παρουσιαστώ στον ελληνικό στρατό, για το Μάιο 2010 με την Β/ΕΣΣΟ. Δηλώνω δημόσια την άρνησή μου να καταταγώ σε οποιονδήποτε εθνικό στρατό καθώς και σε οποιονδήποτε άλλο κρατικό μηχανισμό που στρέφεται ενάντια στην κοινωνία.
Συμφώνα με την ελληνική νομοθεσία είμαι υποχρεωμένος να υπηρετήσω για 3 μήνες (λόγο αλβανικής καταγωγής), σε ένα στρατό που πρώτα αυτός δε με θέλει -όλοι θυμόμαστε τα ρατσιστικά συνθήματα περήφανων ελλήνων φαντάρων στην παρέλαση την 25η Μαρτίου 2010- όχι βέβαια επειδή προσέβαλε κάποιο εθνικό μου φρόνημα, αλλά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Εγώ που γνώρισα τον πόλεμο από μικρός και σημάδευσε τη ζωή μου, όπως και τη ζωή των οικείων μου και τόσων άλλων που εξαναγκάστηκαν στον ξεριζωμό από την επιθετικότητα της εξουσίας, αρνούμαι να δω ως εχθρό κάποιον που έτυχε να είναι πέρα από τα σύνορα, που έχουν στήσει τα αφεντικά για το διαχωρισμό των καταπιεσμένων. Για εμένα ο εχθρός βρίσκεται ¨εντός των τειχών¨ και είναι αυτός που απαξιώνει και σκυλεύει καθημερινά τη ζωή.
Ο στρατός που γεννά το ρατσισμό, προάγει την καθαρότητα, την ιεραρχία, την πειθαρχεία και τη δύναμη είναι μικρογραφία της κοινωνίας της ζούγκλας οπού επικρατεί το δίκαιο του ισχυρότερου. Ανήκω σε μια άλλη κοινωνία, σε αυτή που δεν παραιτείται από τον αγώνα για ζωή και ελευθερία και θεωρεί ότι μόνο μέσα από την αλληλεγγύη, τη συντροφικότητα και την αυτοοργάνωση, ο άνθρωπος μπορεί να ξαναβρεί την ανθρωπιά του.
Οι λόγοι για τους οποίους αρνούμαι να υπηρετήσω αλλά και που διάλεξα τον αγώνα ενάντια στην εξουσία είναι απλοί και κατανοητοί, για έναν ελεύθερα σκεπτόμενο άνθρωπο, αρκεί να κοιτάξει γύρω του, να δει την πραγματικότητα και η στοιχειώδης αξιοπρέπεια και συνείδηση να τον σπρώξει στην προσπάθεια να την αλλάξει.
Επίσης, γνωρίζω ότι ο στρατός είναι πολύ πιθανόν να βρεθεί εναντίον μου και εναντίον των συντρόφων μου στον κοινωνικό-ταξικό αγώνα, όπως και στο παρελθόν. Καθώς όταν στερείς την κριτική σκέψη από τον άνθρωπο τον μετατρέπεις σε ανδρείκελο. Ένα εκτελεστικό όργανο, χωρίς συνείδηση, θα κάνει όποιο έγκλημα του ζητηθεί απέναντι σε όποιον ¨εχθρό¨ παρουσιαστεί ως τέτοιος.
Θεωρώ ότι η μόνη βία είναι αυτή του κράτους και του κεφαλαίου, η βία των πολέμων, της εξαθλίωσης, της λεηλασίας της ζωής, της μισθωτής σκλαβιάς, της καταστολής, του ψέματος, η βία των φιλήσυχων, η βία της κανονικότητας. Από την άλλη η κοινωνική αντιβία, είναι η άμυνα μας και ένα εργαλείο -που δεν μας εκφράζει- αλλά οικειοποιούμαστε στον αγώνα για την καθολική ανατροπή του κόσμου της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης.
Για έναν κόσμο χωρίς κράτη, σύνορα, πατρίδες, εκμετάλλευση…
Για την όξυνση του κοινωνικού και ταξικού ανταγωνισμού,
ΚΑΤΩ ΟΛΟΙ ΟΙ ΣΤΡΑΤΟΙ ΑΡΝΗΣΗ ΘΗΤΕΙΑΣ ΟΛΙΚΗ
Αγρίνιο, 10/5/2010
Σπύρος Ζαρκαλής |
|
Για την κοινωνική σύγκρουση που πάντα μιλούσε και μιλάει τη γλώσσα της αλληλεγγύης, της ευαισθησίας, των ανθρώπινων σχέσεων |
|
|
|
Κυριακή, 09 Μάιος 2010 17:33 |
|
Ως αναρχικοί δεν έχουμε μάθει ποτέ να μιλάμε με όρους «λάθους», «άτυχης στιγμής», «παράπλευρης απώλειας». Αυτή είναι η γλώσσα των κατά συρροήν δολοφόνων με τα κουστούμια που μας χαμογελούν ειρωνικά κάθε μέρα από τις καρέκλες των υπουργείων και τις οθόνες των τηλεοράσεων. Δεν έχουμε μάθει να μιλάμε με όρους «προβοκάτσιας», όχι γιατί τέτοιες δεν μπορούν να συμβούν ενίοτε, αλλά γιατί προτιμάμε να αντιλαμβανόμαστε το πεδίο της κοινωνικής σύγκρουσης με πραγματικούς όρους και όχι συνομωσιολογικούς (αυτό το αφήνουμε στην αριστερά και τα ΜΜΕ). Στη μεγαλειώδη πορεία της 5ης Μάη περισσότεροι από 200 χιλιάδες άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους της Αθήνας και άλλων πόλεων. Ένα τεράστιο κομμάτι από αυτούς διαδήλωσαν, φώναξαν, συγκρούστηκαν με την τωρινή και επερχόμενη λεηλασία της ζωής τους, συγκρούστηκαν με την μοιρολατρία, την απάθεια και την χειραγώγηση, επιτέθηκαν σε αστυνομικές δυνάμεις και καπιταλιστικά σύμβολα, δέχτηκαν τη λυσσαλέα επίθεση των κατοχικών δυνάμεων με γκλομπ και χημικά. Οι περίφημοι «κουκουλοφόροι», οι ομάδες «τυφλής βίας», δεν ήταν 50-100 άτομα. Αυτά ανήκουν στα ευφάνταστα σενάρια της αστυνομίας και των ΜΜΕ. Ήταν οι χιλιάδες απεργοί, οι χιλιάδες απελπισμένοι και οργισμένοι, κάθε ηλικίας, εργαζόμενοι, άνεργοι, ντόπιοι και μετανάστες, αλληλέγγυοι… Θα μπορούσαμε σήμερα να χαμογελάμε, να αισιοδοξούμε με το ορμητικό ποτάμι κοινωνικής οργής και αμφισβήτησης που ξεχύθηκε στους δρόμους, όταν όλα τα κοινωνικά αντανακλαστικά μοιάζανε υπνωτισμένα, μουδιασμένα. Όμως ο θάνατος 3 ανθρώπων στην τράπεζα της Σταδίου σκιάζει καθετί, είναι ένα ασήκωτο βάρος στο στήθος, ένας ανίκητος λυγμός. Την ίδια στιγμή εξοργιστικό είναι το παιχνίδι που στήνεται πάνω στους 3 ανθρώπους από όλο το συρφετό των υπουργών, δημοσιογράφων, μεγαλοαφεντικών, που πουλάνε ευαισθησία, ανθρωπισμό, μιλάνε για την αξία της ανθρώπινης ζωής. Αυτοί που καθημερινά απαξιώνουν κάθε έννοια αξιοπρέπειας και ζωής στους υπηκόους τους, που οδηγούν στην εξαθλίωση, την αυτοκαταστροφή και το θάνατο τεράστια κοινωνικά κομμάτια. Όλοι αυτοί που χρησιμοποιούν τον αδιανόητο θάνατο των 3 συνανθρώπων μας, με μοναδικό σκοπό το να τραβήξουν τον κόσμο από τους δρόμους γιατί τους φοβήθηκαν πραγματικά, να γεμίσουν με ενοχές τους διαδηλωτές, να στοχοποιήσουν πολιτικούς-κοινωνικούς χώρους και να εγκληματοποιήσουν κοινωνικές πρακτικές αντίστασης, να οξύνουν την καταστολή και να σπείρουν τον κοινωνικό φόβο. Ένα τραγικό περιστατικό που χρησιμοποιείται για να πλήξει με τον χυδαιότερο τρόπο και με τη λογική της συλλογικής ευθύνης τον αναρχικό-αντιεξουσιαστικό-αντισυναινετικό χώρο. Ξέρουμε καλά πως οι 3 εργαζόμενοι στην τράπεζα δεν ανήκουν στις «ευαισθησίες» των υπουργών, των Βγενόπουλων και των Πρετεντέρηδων. Οι 3 αδικοχαμένοι εργαζόμενοι είναι κομμάτι του δικού μας πόνου.
Ξέρουμε επίσης καλά πως η κοινωνική σύγκρουση στους δρόμους, πάντα μιλούσε και μιλάει τη γλώσσα της αλληλεγγύης, της ευαισθησίας, των ανθρώπινων σχέσεων. Ότι οι αναρχικοί-αντιεξουσιαστές δε διαχώριζαν την πολιτική στόχευση και αποτελεσματικότητα μιας εμπρηστικής ενέργειας σε έναν καπιταλιστικό στόχο από τη φροντίδα να μην υπάρξουν μέσα σε αυτόν έγκλειστοι άνθρωποι. Επίσης, ακριβώς επειδή γνωρίζουμε πως τα αφεντικά (και πόσο μάλλον μεγαλοκαθάρματα τύπου Βγενόπουλου) αντιλαμβάνονται τους υπαλλήλους τους ως αναλώσιμο υλικό (άρα καμιά φροντίδα προστασίας τους και καμιά έξοδος κινδύνου πιθανά δεν θα υπάρχει στα «ευαγή» καταστήματα του), η επίγνωση αυτή λειτουργεί ως ένας ακόμη αποτρεπτικός λόγος για οποιαδήποτε επίθεση. Οτιδήποτε άλλο υπονομεύει το πρόταγμα της ατομικής και κοινωνικής απελευθέρωσης, οποιαδήποτε βία δε συνδιαλέγεται και δεν χειραφετείται από βασικούς αξιακούς κώδικες ελευθερίας είναι κακέκτυπο απελευθερωτικών πρακτικών, είναι ακατάληπτη αυτοαναφορική κατανάλωση, αναπαραγωγή των αλλοτριωμένων και αλλοτριωτικών κωδίκων του αστικού πολιτισμού. Και ο αγώνας για την ατομική και κοινωνική απελευθέρωση μπορεί να αγκαλιάσει μόνο ό,τι ανασαίνει ελευθερία και μοιράζει χειρονομίες ελευθερίας. Ο, τιδήποτε άλλο οφείλει να το καταστρέψει. Ξέρουμε επίσης καλά πως τα γεγονότα της 5ης Μάη, οι πολύωρες συγκρούσεις δεκάδων χιλιάδων διαδηλωτών, οι όμορφες εικόνες των ξηλωμένων πεζοδρομίων, των οργισμένων βλεμμάτων και των χειρονομιών αλληλεγγύης, όσο κι αν προσπαθούν να απαξιωθούν από το συρφετό κοινωνικών παράσιτων με ακριβά κουστούμια, αυτά οφείλουν να παραμείνουν ζωντανά. Υποσχέσεις νέων κοινωνικών, αδιαμεσολάβητων, ακηδεμόνευτων συναντήσεων σύγκρουσης. Και η μοναδική απάντηση σε όλη αυτήν την απόπειρα μουδιάσματος των κοινωνικών αντανακλαστικών για να προωθηθούν τα αντικοινωνικά τους μέτρα με πρόσχημα την «οικονομική κρίση» είναι να συνεχίσουμε να είμαστε στους δρόμους. Με οργή. Και άλλη τόση αλληλεγγύη.

|
|